σείστρο

Αρχαίο αιγυπτιακό μουσικό όργανο. Το χρησιμοποιούσαν στις τελετές για τη λατρεία της Ίσιδας και είχε σχήμα πετάλου με ορθή λαβή. Στο πεταλοειδές αυτό σώμα ήταν εξαρτημένα κουδουνάκια, που κροτάλιζαν καθώς το κουνούσαν. Σ. λέγεται και η κουδουνίστρα, που χρησιμοποιούν για τα βρέφη. Αρχαίο αιγυπτιακό σείστρο, όργανο λατρευτικών τελετών (Αιγυπτιακό Μουσείο, Τουρίνο).
* * *
το / σεῑστρον, ΝΑ
1. ιδιόφωνο μουσικό όργανο, γνωστό ακόμη από την αρχαιότητα, που αποτελείται από ξύλινο, πήλινο ή μεταλλικό σκελετό και εγκάρσιες ράβδους στις οποίες είναι περασμένα θορυβογόνα αντικείμενα που ηχούν όταν σείεται το όργανο («με σάπλιγγες και τύμπανα και κύμβαλα και σείστρα», Πορφύρ.)
2. (ως παιδικό παιχνίδι) κουδουνίστρα.
νεοελλ.
1. συν. στον πληθ. τα σείστρα
οι γλωσσίδες μικρών κουδουνιών
αρχ.
πορνείο, χαμαιτυπείο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σείω (πρβλ. σειστός) + επίθημα -τρον (πρβλ. στέγασ-τρον)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σείστρο — το 1. είδος μουσικού οργάνου. 2. παιδικό παιχνίδι, κουδουνίστρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Αρχανών — Στον κάμπο που βρίσκεται νότια της Kνωσού, πάνω από τον οποίο δεσπόζει το βουνό Γιούχτας, βρίσκεται μια από τις πιο πλούσιες αρχαιολογικά περιοχές της Kρήτης. Tόσο το μινωικό ανάκτορο, του οποίου η ανασκαφή συνεχίζεται στο κέντρο του σημερινού… …   Dictionary of Greek

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • κρήτη — I Νησί (8.331 τ. χλμ., 601.131 κάτ.) της νοτιοανατολικής Μεσογείου, σε απόσταση περίπου 100 χλμ. ΝΑ της Πελοποννήσου. Πρόκειται για το μεγαλύτερο σε έκταση νησί της Ελλάδας (δεύτερο είναι η Εύβοια με έκταση 3.658 τ. χλμ.), το πέμπτο της Μεσογείου …   Dictionary of Greek

  • νταϊρές — ο 1. (στον καιρό τής τουρκοκρατίας) διοικητική περιφέρεια, εδαφικό τμήμα κράτους με σχετική διοικητική αυτοτέλεια 2. μουσ. είδος μικρού κρουστού οργάνου που μοιάζει με μικρό τύμπανο, ντέφι με κύμβαλα στη στεφάνη του 3. σείστρο, κουδουνίστρα.… …   Dictionary of Greek

  • σείω — ΝΜΑ, και σείνω και σείω και μεσοπαθ. σειέμαι Ν, και ποιητ. τ. σίω Α 1. κινώ κάτι προς τα εδώ και προς τα εκεί κατ επανάληψη, ανακινώ, ταλαντεύω, ταρακουνώ, δονώ (α. «καὶ σείσει τὸ κοντάριν του», Πρόδρ. β. «Θρηικίην σιόντα χαίτην», Ανακρ.) 2. παθ …   Dictionary of Greek

  • σειστροφόρος — ον, Α αυτός που φέρει σείστρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σεῖστρον + φόρος*] …   Dictionary of Greek

  • Αθώρ — I Μία από τις μεγάλες θεές του αρχαίου αιγυπτιακού πανθέου, γνωστή και ως Αθύρ. Προστάτευε τον έρωτα, τη χαρά, την ομορφιά, τη μουσική, το χορό και το τραγούδι. Ήταν θεά των ζωντανών αλλά και των νεκρών. Στους πρώτους έδινε τροφή από τους μαστούς …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Θρησκεία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ Το περιεχόμενο της θρησκείας που επικράτησε στον ελλαδικό χώρο κατά την Παλαιολιθική εποχή δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί επακριβώς. Τα λιγοστά και δυσεξιχνίαστης σημασίας ευρήματα δεν βοηθούν προς την κατεύθυνση αυτή …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Ηρακλείου — Tο Aρχαιολογικό Mουσείο Hρακλείου (Ξανθουδίδου 1, Hράκλειο) είναι ένα από τα πιο πλούσια και σημαντικά αρχαιολογικά μουσεία της Eλλάδας. Στις αίθουσές του εκτίθενται ευρήματα από την προϊστορική ως τη ρωμαϊκή εποχή, που προέρχονται από ανασκαφές… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.